• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stick [sth] in,
stick in [sth]
vtr + adv
(insert)βάζω ρ μ
  εισάγω ρ μ
  (καθομιλουμένη)χώνω ρ μ
  μπήγω ρ μ
 The baker stuck in a skewer to see whether her cake was ready.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stick [sth] in [sth],
stick [sth] into [sth]
vtr + prep
(insert into [sth])βάζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  καρφώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)χώνω κτ σε κτ, μπήγω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)εισάγω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Gary stuck a fork in the steaks to see if they were cooked.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
stuck in a rut adj figurative, informal (bored by routine) (μεταφορικά, καθομ)κολλημένος στη ρουτίνα περίφρ
  (ανεπίσημο)που έχει ρουτινιάσει περίφρ
 Isabella feels that she is stuck in a rut in her current job.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stuck in' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stuck in στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stuck in».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!