Ο όρος 'stuck in' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
choke on
- clump together
- dead letter
- get bogged down
- in a rut
- jam
- mire
- mired in
- up a tree
|
stuck in
ορισμός |
στα ισπανικά |
στα γαλλικά |
συνώνυμα στα αγγλικά |
αγγλικές συμφράσεις |
Conjugator [EN] |
σε χρήση |
εικόνες
|
|
||||||||||||||||